ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ: Αποτουρκοποίηση της εξωτερικής μας πολιτικής

Ξαφνική απαίτηση για προηγούμενη έγκριση της τοποθετήσεως καλωδίων στην ανοιχτή θάλασσα, ειδάλλως απειλή για θερμό επεισόδιο· δυσαρέσκεια για τα ελληνικά θαλάσσια πάρκα που βρίσκονται εντός των χωρικών μας υδάτων· διαμαρτυρίες για τη χωροθέτηση ανεμογεννητριών επί ελληνικών νησιών· τουρκικά θαλάσσια πάρκα σε ανοιχτή θάλασσα· αποκοπή του Καστελλορίζου από την υπόλοιπη Ελλάδα· εκνευρισμός για την απόκτηση ενός καθαρά αμυντικού συστήματος από το Ισραήλ· ενόχληση για τη μετάβαση του Eλληνα πρωθυπουργού στο Καστελλόριζο. Αυτά δεν είναι επαναφορά στην προ των «ήρεμων νερών» κατάσταση. Eχουμε περάσει πλέον σε άλλο επίπεδο. Η Τουρκία θεωρεί ότι η διαφορά στρατηγικής ισχύος μεταξύ των δύο κρατών έχει διευρυνθεί υπέρ της και επιδιώκει τη συνολική ανατροπή των συσχετισμών. Πιο απλά, επιθυμεί να μας μεταβάλει σε γεωπολιτικό της δορυφόρο.

Του Άγγελου Συρίγου ■ 20 Σεπτεμβρίου 2026

Πώς πρέπει να αντιμετωπίσουμε την αναβαθμισμένη τουρκική απειλή; Επί μισό αιώνα βασιστήκαμε στο δίπτυχο: ισχυρή άμυνα και καλοί σύμμαχοι. Για αυτό δαπανάμε τόσα χρήματα για την άμυνα και για αυτό συμμετέχουμε στα πιο σημαντικά «κλαμπ» της Δύσεως (Ε.Ε., ΝΑΤΟ). Ο δεύτερος πυλώνας της στρατηγικής μας όμως, οι σύμμαχοι, έχει καταστεί περιορισμένης σημασίας. Κατ’ αρχάς δεν είναι πια τόσο ισχυροί. Επίσης, κατά την κρίση του 2020 με το «Ορούτς Ρέις» διαπιστώσαμε ότι δεν είχαν διάθεση να παρέμβουν αποφασιστικά. Το δε ειδικό μας βάρος στις συμμαχίες που συμμετέχουμε είναι αντίστοιχο με εκείνα που προσφέρουμε. Κανείς δεν θέλει τον αδύναμο για σύμμαχο. Τέλος, η Aγκυρα του 2026 δεν έχει σχέση με τις πειθήνιες τουρκικές κυβερνήσεις προηγούμενων δεκαετιών που εκούσες-άκουσες συμμορφώνονταν με τις δυτικές

Δεν χαρίζεται ο ρόλος του «ζωτικού γεωπολιτικού παίκτη». Διεκδικείται. Η διεκδίκηση περιλαμβάνει και διακινδύνευση και πρωτοβουλίες. Ούτε αρκεί η απλή επίκληση του διεθνούς δικαίου.

Τι πρακτέον, λοιπόν; Η απάντηση βρίσκεται στην «αποτουρκοποίηση» της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Τα τελευταία 50 χρόνια –και με την εξαίρεση της ευρωπαϊκής μας πορείας– αναπτυσσόμαστε σαν κισσός δίπλα στην τουρκική εξωτερική πολιτική. Λειτουργούμε με αξιοθαύμαστο αυτοματισμό: τουρκική δράση – ελληνική αντίδραση. Για να αντιμετωπίσει πλέον η Ελλάδα την Τουρκία πρέπει να αυξήσει τη στρατηγική της ισχύ, να μετατραπούμε σε «ζωτικό γεωπολιτικό παίκτη». Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να γίνουμε (α) ο κύριος παράγοντας γεωπολιτικής σταθερότητας και ασφάλειας στην ανατολική Μεσόγειο και στα Βαλκάνια έως τον Εύξεινο Πόντο· (β) αυτόνομη περιφερειακή δύναμη με επιρροή πέραν των συνόρων μας ώστε να συνδιαμορφώνουμε τους γεωπολιτικούς συσχετισμούς· (γ) βασικός συνομιλητής της Δύσεως και των Μεγάλων Δυνάμεων για τις εξελίξεις σε αυτήν την περιοχή. Η πρόκληση για την ελληνική εξωτερική πολιτική είναι πώς να εμφανίσουμε τις προτάσεις μας ως τις πλέον συμφέρουσες για τη Δύση και να καταδείξουμε ότι τα ευρύτερα γεωπολιτικά συμφέροντα της Δύσεως εξυπηρετούνται από τον άξονα Ελλάδας – Κύπρου.

Δεν αρκεί πλέον να είμαστε τα ακραία όρια της ζώνης της ειρήνης. Απαιτείται να έχουμε ενεργητικό ρόλο σε όσα συμβαίνουν. Αυτό απαιτεί άριστες γνώσεις για τη σημερινή κατάσταση, άποψη για το σήμερα και επιχειρήματα και ιδέες για το αύριο της περιοχής μας. Χρειαζόμαστε ένα εξαιρετικό δίκτυο πρεσβειών και διπλωματών που θα γνωρίζουν σαν την παλάμη τους τις χώρες της ανατολικής Μεσογείου, των Βαλκανίων, της Μέσης Ανατολής και του Ευξείνου Πόντου. Οφείλουμε να έχουμε την πρωτοβουλία παρεμβάσεων για επίλυση τοπικών προβλημάτων (π.χ. μεταξύ Σλαβομακεδόνων και Βουλγάρων ή Κοσοβάρων και Σέρβων). Πρέπει να «ανακαλύψουμε» εκ νέου και όλες τις πληθυσμιακές ομάδες της περιοχής που έχουν παραδοσιακά σχέση μαζί μας (από τους ελληνικούς πληθυσμούς της Μαύρης Θάλασσας έως τους χριστιανούς της Μέσης Ανατολής).

Δεν χαρίζεται ο ρόλος του «ζωτικού γεωπολιτικού παίκτη». Διεκδικείται. Η διεκδίκηση περιλαμβάνει και διακινδύνευση και πρωτοβουλίες. Ούτε αρκεί η απλή επίκληση του διεθνούς δικαίου. Το διεθνές δίκαιο δεν είναι στρατηγική, ούτε επιβάλλεται από μόνο του. Απαιτείται να καταρτιστεί στρατηγική για την εφαρμογή του.

Κάποια πρώτα δείγματα της αποτουρκοποιήσεως της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής είδαμε το αμέσως προηγούμενο διάστημα. Οταν ξεκίνησε ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο, η Ελλάδα έσπευσε αυτονόητα να προσφέρει ασφάλεια στην Κύπρο και να την κρατήσει στη ζώνη της ειρήνης. Δεν περιορίστηκε όμως σε αυτό. Κάλυψε αντιπυραυλικά τη Βουλγαρία και προσέφερε πυρομαχικά για αντιβαλλιστική άμυνα σε Εμιράτα και Κατάρ. Παράλληλα συνέχισε να προσφέρει αντιαεροπορική κάλυψη σε τμήμα της Σαουδικής Αραβίας. Αυτές οι επιτυχημένες κινήσεις δείχνουν τον δρόμο που πρέπει να κινούμαστε εφεξής. Ας θυμόμαστε το σύγχρονο αγγλοσαξονικό απόφθεγμα: «Εάν δεν κάθεσαι στο τραπέζι, είναι πιθανόν να είσαι το μενού στη μέση του τραπεζιού». Τέλος, εννοείται ότι ο κύριος παράγοντας αποτροπής της Τουρκίας παραμένει η διαρκής στρατιωτική ενίσχυση της χώρας μας.

 
Ο Αγγελος Μ. Συρίγος είναι βουλευτής Α΄ Αθηνών με τη Ν.Δ., καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο. Το βιβλίο του «50 ερωτήματα και απαντήσεις για τις σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

Επικαιρότητα