Τριάντα πέντε ημέρες

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στη Καθημερινή της Κυριακής 04/09/2020

Tριάντα πέντε μέρες

Η δεύτερη σοβαρότατη κρίση που βίωσε η κυβέρνηση Μητσοτάκη στις ελληνοτουρκικές σχέσεις σφραγίστηκε από την άνευ προηγουμένου χρονική διάρκειά της: 35 ημέρες! Τα βασικά της χαρακτηριστικά, όμως, ήσαν άλλα.
 
Στόχοι: Η Τουρκία ως «επιτιθέμενος» καθόριζε τις βασικές παραμέτρους της κρίσεως.

Στόχος του Ερντογάν ήταν η επιβεβαίωση της «Γαλάζιας Πατρίδας»: η Ελλάδα έπρεπε εν τοις πράγμασι να αποδεχθεί την τουρκική επικυριαρχία στην Ανατολική Μεσόγειο.

Αντιστοίχως, η ελληνική πλευρά ήθελε να βάλει στο περιθώριο το τουρκικό ιδεολόγημα αποφεύγοντας παράλληλα τη στρατιωτική σύγκρουση.
 
Τακτική: Η Τουρκία θέλησε να επαναλάβει την ιστορία με τη Συρία και τον Οτσαλάν το 1998. Επί χρόνια ο ηγέτης του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν-ΠΚΚ, Αμπντουλάχ Οτσαλάν, καθοδηγούσε τον ένοπλο αγώνα κατά του τουρκικού κράτους από εδάφη ελεγχόμενα από τη Συρία.

Το φθινόπωρο του 1998 η Τουρκία αύξησε την ένταση μέσω φραστικών απειλών, που συνοδεύονταν από μεγάλες πολεμικές προετοιμασίες, και καλλιέργησε συστηματικά την εντύπωση επικείμενης στρατιωτικής επιθέσεως.

Ο (πατέρας) Aσαντ λύγισε τελικώς μπροστά στην ψυχολογική πίεση του διαφαινόμενου πολέμου με την Τουρκία κι έδιωξε τον Οτσαλάν.

Στην περίπτωση της Ανατολικής Μεσογείου το σχέδιο περιελάμβανε την επιβολή των τουρκικών ερευνητικών δραστηριοτήτων μέσω απειλής πολέμου. Eνα τοπικό θερμό επεισόδιο ήταν αποδεκτό (και ίσως επιθυμητό) από τουρκικής πλευράς. Κρίσιμος παράγοντας ήταν ποιος θα εμφανιζόταν τυπικώς ως ο επιτιθέμενος.

Η Ελλάδα επέλεξε εξαρχής να μην παίξει στο στρατιωτικό πεδίο που ήθελε ο Ερντογάν αλλά να κινηθεί διπλωματικά. Αποφασίσαμε να μη σταματήσουμε το «Ορούτς Ρέις», γεγονός που προβλημάτισε αρκετούς Eλληνες.

 

Θα διακινδυνεύαμε, όμως, πολεμική εμπλοκή που στη φάση αυτή ήταν άκαιρη ενώ είναι βέβαιο ότι θα εθεωρείτο διεθνώς υπερβολική αντίδραση. Εναλλακτικώς, κλιμακώσαμε στρατιωτικά, καταδεικνύοντας σθεναρή στάση και ετοιμότητα να απαντήσουμε, όποτε χρειαστεί.

Ο Ερντογάν ξαφνιάστηκε από την ελληνική αντίδραση. Περίμενε ότι η ελληνική πλευρά θα ήταν ψοφοδεής και θα υποχωρούσε. Αμφιταλαντευόμενος άφησε την κρίση (που δεν κατέληγε σε στρατιωτικό επεισόδιο) να τραβήξει επί 35 ημέρες. Αυτό τον κατέστησε ευάλωτο σε διπλωματικές πιέσεις.

Υπό αυτήν την έννοια, η ισχυρή ελληνική στρατιωτική παρουσία έδωσε τη δυνατότητα στη διπλωματία να δράσει.
 
Διπλωματία: Πολλές χώρες άσκησαν διπλωματικές πιέσεις στην Τουρκία. Η Γερμανία δεν έπεισε ότι έχει το ειδικό βάρος για να επηρεάσει αποφασιστικά τις εξελίξεις.

Αντιθέτως, η παρέμβαση της αποστασιοποιημένης Αμερικής φαίνεται ότι υπήρξε καταλυτική. Αρχικώς ο Τραμπ απομάκρυνε το ενδεχόμενο πολεμικού επεισοδίου έως τις αμερικανικές εκλογές.

Στη συνέχεια ο Πομπέο και η μερική άρση του εμπάργκο όπλων στην Κύπρο βοήθησαν στην αποκλιμάκωση. Κρίσιμης σημασίας υπήρξαν και τα στρατιωτικά γυμνάσια της Ελλάδας με Γαλλία και Εμιράτα.
 
Οι Ενοπλες Δυνάμεις: Η οιονεί στρατιωτική αντιπαράθεση λειτούργησε ως τεστ των δυνατοτήτων της κάθε πλευράς. Οι ελληνικές Ενοπλες Δυνάμεις και ιδίως το Πολεμικό Ναυτικό αντεπεξήλθαν άψογα και επέστρεψαν με αυτοπεποίθηση στις βάσεις τους.

Η αξιοπιστία των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων έγινε αντιληπτή και από την Τουρκία αλλά και από τρίτες δυνάμεις που βρίσκονταν στην περιοχή και παρακολουθούσαν προσεκτικά τα τεκταινόμενα.

Αντιθέτως, οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις έδειξαν ανεπάρκεια, πιθανότατα λόγω της απομακρύνσεως πολλών αξιωματικών μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016.
 
Ερντογάν: Ο Τούρκος πρόεδρος απέδειξε για μία ακόμη φορά ότι ο ορθολογισμός και το ένστικτο επιβιώσεως που διαθέτει είναι πολύ πιο ισχυρά από τις ιδεοληψίες του.

Διατήρησε τη ρητορική ένταση μέχρι την τελευταία στιγμή. Ανέκρουσε πρύμναν χωρίς να ενδιαφέρεται για τη συνέπεια προς όσα έλεγε λίγες ώρες πριν. Μεταμορφώνεται με ταχύτητα σε μία απολυταρχική φιγούρα της Μέσης Ανατολής τύπου Σαντάμ, Ασαντ κ.λπ. Είναι σαφές ότι αισθάνεται όλο και περισσότερο επικεφαλής μιας συρρικνωμένης οθωμανικής αυτοκρατορίας παρά της τουρκικής δημοκρατίας. Η έννοια της «Γαλάζιας Πατρίδας», όμως, δεν αρκεί να εμφανίζεται σε χάρτες.

Πρέπει να υποστηρίζεται και στην πράξη. Οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν στα όνειρα του Τούρκου ηγέτη.
 
Καινούργιες συμμαχίες: Εχει δημιουργηθεί πλέον ένα ευρύ μέτωπο των κρατών της περιοχής που ξεκινά από τη Γαλλία και φθάνει στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Κοινό σημείο αναφοράς τους η αντίθεσή τους στις νεο-οθωμανικές αντιλήψεις Ερντογάν. Πρώτη φορά μετά το 1974 η Ελλάδα και η Κύπρος δρουν σε τόσο ευνοϊκό διεθνές περιβάλλον.
 
Ο κίνδυνος ελλοχεύει: Η όλη κρίση ήταν πρόβα για όσα μπορεί να επακολουθήσουν σε ακόμη πιο σκληρούς τόνους. Η απομάκρυνση του «Ορούτς Ρέις» είναι τακτική κίνηση. Ο Ερντογάν βλέποντας τις ελληνικές αναφορές στο διεθνές δίκαιο, θα επιμείνει εμφατικά στην αποστρατιωτικοποίηση των ανατολικών νησιών του Αιγαίου που επιβάλλεται από δύο διεθνείς συνθήκες. Αυτό θα του δώσει τη δυνατότητα εν ευθέτω χρόνω να καταγγείλει την ελληνική στάση και να ξαναρχίσει τα ίδια. Ιδίως εάν εκλεγεί στις ΗΠΑ ο Μπάιντεν, το κρίσιμο διάστημα επαναλήψεως της κρίσεως θα είναι από 3 Νοεμβρίου 2020 έως 20 Ιανουαρίου 2021.