Πώς να αντιμετωπίσουμε τον τουρκικό αναθεωρητισμό

α) Γιατί συνεχίζεται και εντείνεται η Τουρκική προκλητικότητα;

 Η Τουρκία εδώ και καιρό  εμφορείται από μεγαλοϊδεατικά όσο και ανεδαφικά οράματα.

Θεωρεί ότι είναι μία παγκόσμια δύναμη που ασφυκτιά στα περιορισμένα σύνορα της Λωζάννης. Θέλγεται από την ένταση, αδιαφορεί για το διεθνές δίκαιο και δεν διστάζει να χρησιμοποιεί στρατιωτικά μέσα όταν διαπιστώνει ότι έχει το περιθώριο.

Το τελευταίο χρονικό διάστημα εισέβαλε στο έδαφος ανεξάρτητου κράτους, της Συρίας· αποστέλλει κρυφά στρατιώτες και όπλα στη Λιβύη κατά ρητή παραβίαση των σχετικών ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ· προχώρησε στη διενέργεια γεωτρήσεων στην ΑΟΖ ενός άλλου κράτους, της Κύπρου· οριοθέτησε κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου (αλλά και της γεωγραφίας και λογικής) θαλάσσιες ζώνες που δεν της ανήκουν με τη Λιβύη· προσπάθησε να αποσταθεροποιήσει την Ελλάδα στέλνοντας δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες στον Έβρο.

Σήμερα, και παρά την πανδημία του κορωνοϊού, κρατά τρία ενεργά μέτωπα: με Συρία, με Λιβύη και με Ελλάδα-Κύπρο.

Οι δύο πρώτες περιπτώσεις αποτελούν πολέμους δι’ αντιπροσώπων. Είναι ανακατεμένοι πολλοί διεθνείς παίκτες, μερικοί εκ των οποίων είναι πιο ισχυροί από την Τουρκία. Η εμπλοκή της τελευταίας, της διασφαλίζει απλώς μία θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για το μέλλον των δύο συγκεκριμένων χωρών.

Αντιθέτως, στην περίπτωση Ελλάδας-Κύπρου, η Τουρκία είναι ο μεγάλος παίκτης, χωρίς σοβαρή παρουσία άλλων ισχυρότερων χωρών που θα την υποσκελίσουν.

Σε εμάς ο Ερντογάν αναζητεί την διπλωματική νίκη που τόσο του λείπει: την επιβεβαίωση ότι η Τουρκία είναι μία σημαντική περιφερειακή δύναμη, η μεγάλη δύναμη της περιοχής μας. Επομένως, αποτελούμε στρατηγικό στόχο της Τουρκίας.

 

(β) Πώς πρέπει να απαντήσει η Ελλάδα;

Κατ’ αρχήν οφείλουμε να ορίσουμε το στόχο μας. Οι ελληνοτουρκικές διαφορές πρέπει να επιλυθούν ειρηνικά. Μία στρατιωτική σύγκρουση θα μας γυρίσει χρόνια πίσω. Συνεπώς η λύση θα προέλθει είτε με διάλογο (μικρό ενδεχόμενο) είτε με προσφυγή στη διεθνή δικαιοσύνη. 

Η Τουρκία θέτει πλειάδα θεμάτων.

Μπορούμε να τα λύσουμε όλα;

Μπορούμε να συζητήσουμε για αποστρατιωτικοποίηση των ανατολικών νησιών του Αιγαίου, με την Τουρκία να εισβάλλει στα γειτονικά της κράτη όποτε θέλει; Μπορούμε να εξετάσουμε το εδαφικό καθεστώς των 18 νησιών που θέτει η Τουρκία, εκ των οποίων 14 είναι κατοικημένα;

Όσο και να υπάρχει βεβαιότητα περί δικαιώσεως, καμία ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί να πει στους κατοίκους αυτών των νησιών ότι υπάρχει μία απειροελάχιστη πιθανότητα να ανήκουν στην Τουρκία και να αναζητούμε για αυτούς καθεστώς μειονότητας εντός της Τουρκίας.

Επομένως, η μερική επίλυση κάποιων σοβαρών ζητημάτων είναι υπό τις παρούσες συνθήκες ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να αναμένει η ελληνική πλευρά.

Η πλέον συμφέρουσα ελληνική επιδίωξη είναι η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο (ενιαία από Έβρο έως Καστελόριζο) μέσω προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.

Τα υπόλοιπα ζητήματα που θέτει η Τουρκία θα παραμείνουν εκκρεμή για πολλά χρόνια. Αφ’ ενός δεν λύνονται όλα τα θέματα σε μία μακροχρόνια διένεξη. Αφ’ ετέρου όλα σχεδόν τα θέματα που θα παραμείνουν εκκρεμή δεν θίγουν άμεσα τα συμφέροντα της Τουρκίας.

Έχουν υψηλή συμβολική αλλά μικρή πρακτική σημασία.

Μπορούμε να πιέσουμε την Τουρκία να πάει στο διεθνές δικαστήριο μόνον για την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο; Οι προτάσεις που κατά καιρούς ακούγονται, βασίζονται σε παραστάσεις προηγούμενων δεκαετιών.

Είναι όμως άχρηστες για το σήμερα. Ο Ερντογάν έχει την εντύπωση ότι μπορεί να διεκδικεί και τα πλέον απίθανα χωρίς ουσιαστικό κόστος. Δεν αισθάνεται οποιαδήποτε πίεση. Θα αλλάξει στάση μόνον εάν καταλάβει ότι η συνέχιση της πολιτικής του θα συνεπάγεται κόστος.

Τότε μπορεί να σκεφθεί και τη λύση του δικαστηρίου. Επομένως, μία νέα στρατηγική ειρηνικής επιλύσεως των ελληνοτουρκικών διαφορών πρέπει να αυξάνει το κόστος για την Τουρκία, κρατώντας παράλληλα περιορισμένο τον κίνδυνο ενός θερμού επεισοδίου.

Αυτό δεν είναι κάτι εύκολο.

Η νέα στρατηγική θα πρέπει να βασίζεται στην βήμα προς βήμα άσκηση όλων των δικαιωμάτων που μας δίνει το διεθνές δίκαιο με έμφαση σε δράσεις και μέτρα για τα οποία υπάρχει η ευρωπαϊκή θεσμική υποστήριξη.

Η Ελλάδα επικαλείται διαρκώς το διεθνές δίκαιο. Στην πραγματικότητα όμως συμπεριφέρεται σαν να μην υπάρχει η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982, ούτε και οι θεσμοί που έφερε αυτή η σύμβαση μαζί της.

Για να πιεσθεί η Τουρκία, θα πρέπει να αρχίσουμε να εφαρμόζουμε με προσοχή τις διατάξεις του διεθνούς δικαίου. Στην αντίληψη που ξεκίνησε ο Ανδρέας Παπανδρέου το 1981 «η Ελλάδα δεν διεκδικεί τίποτα», πρέπει να αντιταχθεί ότι η Ελλάδα διεκδικεί την εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου, όχι ρητορικά αλλά στην πράξη. Έτσι μόνον ασκείται πίεση.

Παράλληλα πρέπει να ληφθούν σοβαρά αμυντικά μέτρα που θα δώσουν το μήνυμα στην Τουρκία ότι θα αντιδράσουμε σε περίπτωση που ξεπεραστούν τα όρια. Αυτό προϋποθέτει να γίνουν σαφή τα όρια ανοχής της ελληνικής πλευράς σε προκλητικές τουρκικές κινήσεις.

Η ασάφεια δημιουργεί τις προϋποθέσεις θερμού επεισοδίου.

ΕΕ και το ΝΑΤΟ δεν μπορούν να μας προσφέρουν ασφάλεια στην ανατολική Μεσόγειο.

Δίπλα στις υπάρχουσες συμμαχίες, θα πρέπει να δημιουργήσουμε νέες στρατηγικές συμμαχίες με κράτη της περιοχής. Αυτό σημαίνει υιοθέτηση αμυντικών συμφωνιών.

Σε επίπεδο Ευρώπης το βάρος πρέπει να δοθεί:

(α) στην νέα τελωνειακή ένωση ΕΕ-Τουρκίας και

(β) στην μελλοντική ειδική σχέση με την ΕΕ.

Αυτά που περιγράφονται δεν είναι εύκολα. Εδώ, όμως, που έχουμε φτάσει δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις. Η πολιτική μας έναντι της Τουρκία έχει φτάσει στα όριά της. Εάν δεν την αλλάξουμε, θα βρεθούμε ενώπιον πολύ χειρότερων καταστάσεων σύντομα.

tovima.gr