Το Μεσολόγγι

Υπάρχει μία τρομερή αντίφαση ανάμεσα στην ανθρώπινη κοινωνία που παγωμένη παρακολουθεί τις εξελίξεις για τον κορωνοϊό και στη φύση που εκρηκτικά ζει την άνοιξή της. Στα πάρκα των τσιμεντένιων μας γειτονιών σκάνε τα πρώτα φύλλα στις άκρες των ξερών κλαδιών των δένδρων. Όπου έχει απομείνει κάτι χέρσο,  είναι καλυμμένο από μικρά πολύχρωμα αγριολούλουδα.

Αυτή την αντίφαση μεταξύ του ανθρώπινου και του φυσικού κόσμου (με γνώση ότι είναι ασεβής οποιαδήποτε έστω και σκέψη για σύγκριση μεταξύ ημών και των Ελεύθερων Πολιορκημένων), χρησιμοποίησε και ο Σολωμός για να αποθανατίσει (κατά κυριολεξία να καταστήσει αθάνατες) τις τραγικές τελευταίες ημέρες των Ελλήνων στο Μεσολόγγι πριν την μεγάλη έξοδο στις 10 Απριλίου του 1826.

Από τη μια, είναι η άνοιξη στις δόξες της:

«Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,

κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα»

«Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,

κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε»

«Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη»

Από την άλλη είναι η πείνα, η τρομερή πείνα, που είχε καταβάλλει τους πολιορκημένους.

«Τα μάτια η πείνα εμαύρισε·

στα μάτια η μάνα μνέει»

Η μάνα που αναζητεί τροφή για παιδιά της και δεν βρίσκει:

«Της μάνας ω λάβρα!

τα τέκνα τριγύρου

φθαρμένα και μαύρα σαν ίσκιους ονείρου·

λαλεί το πουλάκι στου πόνου τη γη

και βρίσκει σπυράκι και μάνα φθονεί»

Οι πολιορκημένοι αισθάνονται ότι εκτός από τους Τούρκους, εχθρός τους πλέον είναι και η ίδια η φύση:

«Γλυκά χαϊδεύει δροσερός της ευωδιάς αέρας
μ’ ανάκουστους κιλαϊδισμούς και λιποθυμισμένους…

Μη με χαϊδεύεις, δροσερέ της ομορφιάς αέρα»

«Κι έτσι λέγοντας εματάνοιξε το παράθυρο, και η πολλή μυρωδιά των αρωμάτων εχυνότουν μέσα κι εγιόμισε το δωμάτιο. Και η πρώτη είπε: «Και το αεράκι μάς πολεμάει.» —

Μία άλλη έστεκε σιμά εις το ετοιμοθάνατο παιδί της κι άφ’σε το χέρι του παιδιού κι εσώπασε λιγάκι»

Αυτά συμβαίνουν στο Μεσολόγγι λίγο πριν την Έξοδο. Είναι αυτό το Μεσολόγγι που περιγράφει θαυμαστά ο Νικόλαος Κασομούλης λίγους μήνες πριν, όταν κατορθώνει να μπει στην πολιορκημένη πόλη (με την ορθογραφία του αρχικού κειμένου):

«Μετέβην εις το Μισολόγγι … και πατήσας εις το έδαφος με εφάνη ότι εμβήκα εις μίαν πανήγυριν. Ενώ ακαταπαύστως εξακολουθούσεν ο πόλεμος εις τους προμαχώνας, πλήθος στρατιωτών και πολιτών, με όλην την αδιαφορίαν, ωσάν να ευρίσκοντο εις πανήγυριον, έτρεξαν να μας ιδούν, φέροντες τα όπλα των μόνον μαζί των.

Εφιλήθημεν με τους γνωρίμους, εκλαύσαμεν ωσάν να ήλθαμεν από άλλον κόσμον από την χαράν… Προχωρώντες προς τους προμαχώνας μας, οπού ήτον ο Στορνάρης [ο οπλαρχηγός Νικόλαος Στουρνάρης-σκοτώθηκε κατά την έξοδο] τα βόλια έπιπταν ωσάν χάλαζα και το επίπεδον ήτον σκεπασμένον από αυτά. Αι πτωχαί και τα μικρά παιδιά τα εμάζωναν με κίνδυνον και τα έδιδαν εις την Επιτροπήν [που είχε αναλάβει την οργάνωση της άμυνας]. Πλην κανέναν από όσους απαντούσα δεν έβλεπα να σκύπτη από τον σφυριγμόν των. Μόνον εγώ έσκυπτα διότι θαρρούσα ότι όλα θα με σκοτώσουν… Όλοι εύθυμοι, όλοι χαροποιοί και ατάραχοι, οπλαρχηγοί και στρατιώται και πολίται, όσοι είχαν την τύχην να είναι μέσα. Μόνον εγώ εφαινόνταν ότι δειλιούσα. Ήθελα να αδιαφορήσω, πλην η καρδιά μου λαχταρούσεν μέσα, από τον ακατάπαυστον ντουφεκισμόν όπου άκουγα εις τους προμαχώνας.

Οι αξιωματικοί και στρατιώται εις το γελέκι [γιλέκο] όλοι, μαζωμένα τα μανίκια  με τους βραχίονας έξω με τα όπλα εις τας χείρας. Βαμμένα τα πρόσωπά των από τα μπαρούτια, αιματωμένα, κονιαρτισμένα τα πρόσωπα και τα μαλλιά των, εφαίνοντο ωσάν να έβγαιναν από κανέναν φούρνον. Αιματωμένες οι φουστανέλλαις των και τα φορέματά των, εφαίνοντο πάλιν ωσάν μακελλείς [χασάπηδες]…

Έξω πλήθος πτώματα εχθρών εξαπλωμένα με τα ενδύματά των, με τα όπλα των, φονευμένοι από την 21η Ιουλίου [1825], ημέραν της εφόδου. Άλλοι πεσμένοι πλάγια, με τα ξίφη εις τας χείρας, άλλοι μπρούμητα ομοίως και άλλοι ανάσκελα καθώς εκτυπήθησαν και έπεσαν. Οι Έλληνες δια να τους λαφυραγωγήσουν έσκαψαν υποκάτω από τα προχώματα και έκαμαν υπόνομον και έβγαιναν και έκλεπτον από κανέναν από τους φονευμένους και τον γύμνωναν. Η γη εφαίνετο ακόμη κόκκινη από το χυθέν αίμα και ωμοίαζεν έξω ωσάν μακελλείον…

Η φρουρά είχε συνειθίσει να βαστά το τσαπί, το φκυάρι και το ντουφέκι εις το χέρι. Ότι ημπορούσε να δίδη άνεσιν εις τον εαυτόν της, ήτον να τρέχη από τον πόλεμον εις την εργασίαν και από την εργασίαν εις τον πόλεμον. Η διασκέδασίς ήτον με το σπαθί εις την μέσην ή το γιαταγάνι εις το ζωνάρι μαζί με ταις πιστόλαις, να έχη σιμά το πετζί [πετσί-τομάρι] να ζυμώνη και να ψήνη το ψωμί, το γουδίν δια την σκορδαλιάν του, να μαγειρεύει κανέναν ψαράκι, κι όλα αυτά να τα κάμνη εις την θέσιν όπου ευρίσκετο και νύχτα-ημέρα ακουράστως να εργάζεται…

Η παραμικρά δραστηριότης να ακολουθούσεν, ως προς τον ντουφεκισμόν εις κανέναν των προμαχώνων, άφηναν όλοι τα γουδιά τους, τους τετζερέδες, τα πετζιά, την καλύβαν, την κάπα και έτρεχαν αφρισμένοι να πιούν εχθρικόν αίμα…. Αν πάλιν εφονεύετο κανένας, άκουγες όλους: «γάμος χωρίς σφαχτά δεν γίνεται».

Νικολάου Κ. Κασομούλη, Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, τόμος 2,  Αθήναι,1939.

Η περιγραφή με τους ματωμένους υπερασπιστές του Μεσολογγίου δεν επιτρέπει κάποιο σχόλιο.

Να επιστρέψω, κλείνοντας, στον Σολωμό που προσδιορίζει την απόφαση των πολιορκημένων για ελευθερία με οποιοδήποτε τίμημα:

«Είν’ έτοιμα στην άσπονδη πλημμύρα των αρμάτων

δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά, κι ελεύθεροι να μείνουν,

εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο».

Αιωνία η μνήμη αυτών που μας έδειξαν το 1821 πως οι δούλοι γίνονται ελεύθεροι.

Χρόνια πολλά σε όλους για την ημέρα!

Του χρόνου θα εορτάσουμε στους δρόμους και στις πλατείες τα 200 χρόνια από την ελευθερία μας!