Ο ελέφαντας στο δωμάτιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Η αγγλική φράση «ελέφαντας στο δωμάτιο» σημαίνει ότι υπάρχει κάποιο τόσο προφανές όσο και σοβαρό πρόβλημα, ώστε οι άνθρωποι προτιμούν να προσποιούνται, να καμώνονται ότι δεν το βλέπουν, ακριβώς για να μη συζητήσουν γι’ αυτό. Δυστυχώς, αυτή είναι η κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει εδώ και χρόνια η ελληνική εξωτερική πολιτική στα ελληνοτουρκικά.

Ας πάρουμε το μεταναστευτικό. Γνωρίζουμε τη δυνατότητα του αυταρχικού και αστυνομικού τουρκικού κράτους να ελέγχει τις προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές. Η Τουρκία επισήμως απειλεί ότι θα ανοίξει τις πύλες προς την Ευρώπη. Ξέρει ότι το πρώτο θύμα θα είναι η Ελλάδα. Το διαπίστωσε πειραματιζόμενη με την απότομη αύξηση των εισερχομένων από τα τουρκικά παράλια προς τα ελληνικά νησιά αμέσως μετά την εκλογή της νέας κυβερνήσεως τον Ιούλιο του 2019: από τις 23.000 το πρώτο εξάμηνο, περάσαμε στις 55.000 το δεύτερο εξάμηνο. Πρόκειται για το πλέον επικίνδυνο όπλο στα χέρια του Ερντογάν σε περίπτωση επιδεινώσεως των διμερών σχέσεων. Παρ’ όλα αυτά, το μεταναστευτικό προσεγγίζεται εδώ και χρόνια ως κάτι παράλληλο και όχι άμεσα συνδεδεμένο με τις παραβιάσεις του ελληνικού εναερίου χώρου ή τα τεκταινόμενα στην υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου.

Τον τελευταίο καιρό αναμασούμε την καραμέλα της Χάγης ως την απόλυτη λύση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Στην πραγματικότητα, συνολική δικαστική επίλυση δεν είναι εφικτή, λόγω του εύρους των θεμάτων που θέτει η Τουρκία. Κανείς δεν εξηγεί για ποιο λόγο η Τουρκία θα δεχθεί υπό τις παρούσες συνθήκες να πάει στη Χάγη μόνο για την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ, όπως επιθυμεί η ελληνική πλευρά.

Εθελοτυφλούμε και με την πλειάδα θεμάτων που η Τουρκία θέτει προς διαπραγμάτευση. Πιστεύουμε πως, όταν έλθει η ώρα της ουσιαστικής συζητήσεως, η Τουρκία θα μας κάνει τη χάρη να αποσύρει κάποια θέματα. Φημολογείται, μάλιστα, ότι το πλέον πιθανό θέμα προς απόσυρση είναι η αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας σε κάποια μικρά νησιά.

Υποτίθεται ότι η Τουρκία το έθεσε μόνο για διαπραγματευτικούς λόγους. Στην πραγματικότητα, όμως, καμία χώρα δεν μπορεί εύκολα να εγκαταλείψει πάγιες θέσεις της. Αυτό το πρόβλημα είναι ακόμη πιο έντονο στην εθνικιστική Τουρκία.

Το 1999, κατά τη σύνοδο στο Ελσίνκι υιοθετήσαμε μια στρατηγική που βασίστηκε στον εξευρωπαϊσμό της Τουρκίας. Η στρατηγική αυτή είναι νεκρή εδώ και πολλά χρόνια. Ούτε η Ε.Ε. θέλει την Τουρκία, αλλά ούτε και η Τουρκία θέλει την Ε.Ε. Παρ’ όλα αυτά, μέχρι και τον Μάιο του 2019 αμήχανα επιμέναμε να λέμε (μόνοι εμείς!) ότι «η Ευρώπη πρέπει να κρατήσει ανοιχτές τις πύλες της στην Τουρκία».

Αναφέρεται μετ’ επιτάσεως ότι η λύση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις θα προκύψει από την ολική επαναφορά στη στρατηγική που υιοθετήθηκε και στις μεθόδους και τακτικές που μετήλθαμε με τη στρατηγική του Ελσίνκι το 1999. Τουλάχιστον, αυτή είναι η πρόταση των περισσοτέρων δημοσίων παρεμβάσεων που καταλήγουν σε προσφυγή στη Χάγη. Δεν είναι μόνον οι εντελώς διαφορετικές συνθήκες του σήμερα. Είναι παραλογισμός να περιμένουμε ότι κάτι που απέτυχε ξανά και ξανά, αυτή τη φορά θα φέρει αποτέλεσμα!

Η Ελλάδα επικαλείται διαρκώς το διεθνές δίκαιο. Στην πράξη, όμως, συμπεριφέρεται σαν να μην υπάρχει η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982, ούτε και οι θεσμοί που έφερε αυτή η σύμβαση μαζί της. Ο χρόνος στις ελληνοτουρκικές σχέσεις έχει παγώσει στο 1974.

Ο κατάλογος της εθελοτυφλίας μας είναι μακρύς. Το μνημόνιο Τουρκίας – Λιβύης μας υποχρέωσε να δούμε τον ελέφαντα στο δωμάτιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Εξ ανάγκης ανακαλύψαμε τη γειτονιά μας. Με ικανοποίηση είδαμε σε άμεσο χρόνο επαφές με τα κράτη της περιοχής που επίσης θίγονται από την τουρκική πολιτική. Εξακολουθούμε, όμως, να είμαστε σε αναζήτηση στρατηγικής, που θα στοχεύει στην ειρηνική επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών. Δεν συνιστά στρατηγική η απάντηση στις τουρκικές πρωτοβουλίες.

Η νέα μας στρατηγική δεν μπορεί να βασίζεται στην αποχή μας από την άσκηση των δικαιωμάτων που μας αποδίδει το διεθνές δίκαιο. Σήμερα η Τουρκία δεν αισθάνεται οποιαδήποτε πίεση για να πάει στη Χάγη, πολλώ δε μάλλον με τους δικούς μας όρους. Για να αλλάξει στάση, θα πρέπει να αισθανθεί ότι η συνέχιση της σημερινής πολιτικής της θα συνεπάγεται κόστος γι’ αυτήν. Αυτό σημαίνει ότι ένας από τους πυλώνες της νέας στρατηγικής θα είναι κινήσεις βασιζόμενες στο διεθνές δίκαιο και υποστηριζόμενες και από την Ε.Ε., που να περνούν το μήνυμα στην Τουρκία ότι τελικώς τη συμφέρει να αποδεχθεί την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο.

* Ο κ. Αγγελος Συρίγος είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής, βουλευτής της Ν.Δ. στην Α΄ Αθηνών.