Το “Ελσίνκι” 20 χρόνια μετά – Που ναυάγησε η στρατηγική Σημίτη

Σύμφωνα με τα Συμπεράσματα της συνόδου κορυφής της ΕΕ στο Ελσίνκι, η Τουρκία έπρεπε να αποδεχθεί τις προϋποθέσεις που προέβλεπε η απόφαση για να μπορέσει να ξεκινήσει ενταξιακές διαπραγματεύσεις. Οι προϋποθέσεις προέρχονταν από τη συνδυασμένη ανάγνωση των παραγράφων 4, 9 και 12 των Συμπερασμάτων και διακρίνονταν σε δύο επίπεδα.

Το πρώτο αφορούσε στην επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών και του Κυπριακού. Το δεύτερο αφορούσε στις εσωτερικές μεταρρυθμίσεις στην Τουρκία με έμφαση στα ανθρώπινα δικαιώματα. Η ΕΕ θα συνέστηνε μηχανισμούς παρακολουθήσεως. Επομένως, η ελληνική πλευρά είχε τη δυνατότητα στην πορεία της διαδικασίας να εξειδικεύσει θέματα που την απασχολούσαν, ιδίως ως προς τον σεβασμό των δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας στην Τουρκία.

Το κείμενο του Ελσίνκι δεν ήταν διεθνής συνθήκη ή απόφαση δικαστηρίου. Ήταν ένα πολιτικό κείμενο που αντανακλούσε τη δυναμική μέσα κι έξω από τους κόλπους της ΕΕ τη δεδομένη χρονική στιγμή. Εάν άλλαζαν οι ισορροπίες, θα μπορούσε το κείμενο να τροποποιηθεί σε επόμενο Συμβούλιο. Επιπλέον, κάποια σημεία του επέτρεπαν πολλαπλές ερμηνείες.

Η κυβέρνηση Σημίτη δεν κατόρθωσε να καταλήξει σε συνυποσχετικό με την Τουρκία παρά τα τέσσερα χρόνια που συνέχισε να κυβερνά τη χώρα μετά το Ελσίνκι. Το να κατηγορείται η επόμενη κυβέρνηση για την μη υπογραφή συνυποσχετικού στους έξι μήνες που απέμεναν μέχρι τη σύνοδο κορυφής της ΕΕ το 2004, είναι τουλάχιστον μικρόψυχο. Πολλώ δε μάλλον όταν η νέα κυβέρνηση εξ αρχής είχε εκφράσει τις διαφωνίες της ως αντιπολίτευση για την πολιτική “Ελσίνκι” στα ελληνοτουρκικά.

Τι δεν πήγε καλά

Σήμερα, είκοσι χρόνια μετά το Ελσίνκι είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τι δεν πήγε καλά. Η Τουρκία θέτει μία πλειάδα θεμάτων τα οποία παρατίθενται χρονολογικά:

  • Καθεστώς αποστρατιωτικοποιήσεως των ανατολικών νησιών του Αιγαίου (1964-1974).
  • Οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου (1974).
  • Όρια του FIR Αθηνών (1974).
  • Μη επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων πέραν του σημερινού ορίου των 6 ναυτικών μιλίων (1974) που συνδέεται με την απειλή χρήσεως βίας (casus belli) σε περίπτωση που η Ελλάδα επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα (1974), αλλά και με τον ορισμό συγκεκριμένων θαλασσίων περασμάτων στο Αιγαίο, από τα πολλά που υπάρχουν, ως “διεθνών στενών” ναυσιπλοΐας (1982).
  • Εύρος εναερίου χώρου 10 ναυτικών μιλίων εν σχέσει προς χωρικά ύδατα 6 ναυτικών μιλίων (1975).
  • Όρια της Ζώνης Έρευνας και Διασώσεως (SAR) στο Αιγαίο (1980).
  • Οι λεγόμενες “γκρίζες ζώνες” κυριαρχίας απροσδιόριστου αριθμού ελληνικών νησιών στο Αιγαίο και πέριξ της Κρήτης (1996).

Σε αυτά προστέθηκαν την τελευταία δεκαετία:

  • Η μη αναγνώριση υφαλοκρηπίδας στα νησιά του συμπλέγματος του Καστελόριζου (2012).
  • Η μη αναγνώριση υφαλοκρηπίδας σε Ρόδο, Κάρπαθο, Κάσο και Κρήτη (2019) μέσω της παράνομης συμφωνίας Τουρκίας-Λιβύης.
    Στον αυτόματο πιλότο

    Δεν μπορούν να παραπεμφθούν συλλήβδην όλα αυτά στο Διεθνές Δικαστήριο. Εκεί κόλλησε και η στρατηγική “Ελσίνκι”. Για τη βελτίωση των διμερών σχέσεων απαιτείται η σύμφωνη γνώμη και των δύο κρατών. Η Τουρκία ούτε τότε ούτε και τώρα δείχνει ότι είναι διατεθειμένη να ακυρώσει τις επεκτακτικές της διεκδικήσεις, προκειμένου να γίνει αποδεκτή από την ΕΕ είτε ως μέλος είτε με ειδική σχέση. Αντιθέτως, είναι σαφές ότι επεδίωκε και επιδιώκει να γίνει αποδεκτή με τις ιδιαιτερότητές της, μία εκ των οποίων είναι και οι διεκδικήσεις της έναντι της Ελλάδος.

    Βεβαίως αυτά τα χαρακτηριστικά της τουρκικής στάσεως δεν μπορούσαν να είναι γνωστά όταν ξεκίνησε η συγκεκριμένη πολιτική, αν και υπήρχαν σαφείς ενδείξεις. Κατέστησαν, όμως, σαφή σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την απόφαση του Ελσίνκι το 1999. Την ίδια περίοδο η Ελλάδα μετέτρεπε τους ευσεβείς της πόθους σε δόγμα, σύμφωνα με το οποίο νομοτελειακά θα υπήρχαν θετικές αλλαγές από την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας στην ΕΕ.

    Το ελληνικό πολιτικό σύστημα αρνήθηκε να αντικρίσει την πραγματικότητα και από κάποιο σημείο βολεύτηκε στον αυτόματο πιλότο της ΕΕ. Τη λογική της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας υιοθέτησαν οι κυβερνήσεις Σημίτη και Γιώργου Παπανδρέου και αποδέχθηκε και η κυβέρνηση Καραμανλή. Κορυφαία στιγμή αυτής της λογικής ήταν ο Δεκέμβριος του 2004, όταν η Ελλάδα αποδέχθηκε (με μικρές διαφοροποιήσεις από την απόφαση του Ελσίνκι του 1999) να ξεκινήσει η ενταξιακή διαδικασία της Τουρκίας.

    Η κυβέρνηση Καραμανλή για το “Ελσίνκι”

    Η ουσιώδης διαφορά μεταξύ των κυβερνήσεων Σημίτη, Γιώργου Παπανδρέου και Καραμανλή ήταν ότι ο Καραμανλής απέρριψε τη συνολική διευθέτηση των διαφορών με την Τουρκία. Αυτό φάνηκε για πρώτη φορά με το Σχέδιο Ανάν. Η έμμεση ενθάρρυνση του ήδη πλειοψηφικού ρεύματος στην Κύπρο που απέρριπτε το σχέδιο, οδήγησε σε συντριπτικά ποσοστά και απέτρεψε προσπάθειες επαναφοράς του.

    Η δεύτερη εφαρμογή ήταν η απονεύρωση του μηχανισμού που προέβλεπε το Ελσίνκι. Δεν αρθρώθηκε, όμως, κάποια άλλη πολιτική σε αυτό το διάστημα. Εάν η άλλη πολιτική της κυβερνήσεως Καραμανλή ήταν μέσω των ενεργειακών αγωγών και της προνομιακής σχέσεως με Γαλλία και Ρωσία, δεν μπόρεσε να δείξει καρπούς.

    Το σύντομο διάστημα στο οποίο παρέμεινε στην εξουσία η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου απέτρεψε την εκ νέου εφαρμογή των αντιλήψεων περί συνολικής διευθετήσεως. Η οξύτατη οικονομική κρίση της Ελλάδος δεν έδωσε τη δυνατότητα στις μετέπειτα κυβερνήσεις να αναδείξουν μία άλλη πολιτική έναντι της Τουρκίας, εάν αυτή ήταν η πρόθεση. Η απόφαση για το Brexit έβαλε και τυπικά την ταφόπλακα στην πολιτική “Ελσίνκι”. Ουδείς επιθυμεί να δει μία Ενωμένη Ευρώπη με την Βρετανία έξω και την Τουρκία μέσα!

    Σήμερα δεν μπορούμε να αναζητούμε τη λύση στα ελληνοτουρκικά στην αποτυχημένη σε αυτόν τον τομέα στρατηγική “Ελσίνκι”. Ούτε η ΕΕ θέλει να δει την Τουρκία ως μέλος, ούτε η Τουρκία θέλει να ενταχθεί στην ΕΕ. Πρωτίστως η Τουρκία δεν ενδιαφέρεται να κάνει εκπτώσεις στις διεκδικήσεις της σε Ελλάδα και Κύπρο έναντι οποιουδήποτε ευρωπαϊκού ανταλλάγματος. Πρωτίστως, η ειρηνική επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών δεν μπορεί να βασίζεται στην αποχή μας από την άσκηση των δικαιωμάτων μας, που ήταν κυρίαρχο στοιχείο της στρατηγικής “Ελσίνκι”.