Το “Ελσίνκι” 20 χρόνια μετά – Οι “τρύπες” της νέας στρατηγικής.

Η νέα στρατηγική που προωθήθηκε από την κυβέρνηση Σημίτη και αποτυπώθηκε στην απόφαση της συνόδου κορυφής της ΕΕ στο Ελσίνκι, αποτελούσε το πιο συγκροτημένο σχέδιο που είχε υιοθετήσει η Ελλάδα έναντι της Τουρκίας μετά τη δεκαετία του 1970. Ήταν, επίσης, απολύτως ορθή στη διαπίστωση των προβλημάτων που είχε δημιουργήσει η ελληνική πολιτική στους κόλπους της ΕΕ έναντι της Τουρκίας. Εμπεριείχε, όμως, σοβαρά, δομικού περιεχομένου, προβλήματα-ερωτήματα:
  • Μπορούσε (ή αρκούσε) η ΕΕ να λύσει τα ελληνοτουρκικά προβλήματα;
  • Επιθυμούσε η Τουρκία να μετριάσει τις διεκδικήσεις της προκειμένου να γίνει μέλος της ΕΕ;
  • Ποια ήταν ακριβώς η φιλοευρωπαϊκή πτέρυγα στο εσωτερικό της Τουρκίας που θα οδηγούσε τη χώρα να αλλάξει;

Τέλος, η νέα αυτή στρατηγική απαιτούσε την “προετοιμασία” της καχύποπτης και αρνητικής, έναντι της Τουρκίας, ελληνικής κοινής γνώμης. Αυτό το τελευταίο σημείο είχε ιδιαίτερη σημασία και ευρύτερες επιπτώσεις. Η επιλογή να μεταφερθούν οι ελληνοτουρκικές διαφορές από το διμερές επίπεδο στο επίπεδο ΕΕ-Τουρκίας αποτελούσε, ως έναν βαθμό, διέξοδο για το Κυπριακό. Βασικές παράμετροι της λύσεως (π.χ. ελευθερία κινήσεως, εγκαταστάσεως, αγοράς γης) συνδέονταν με βασικές πολιτικές της ΕΕ, πάνω στις οποίες κτίσθηκε όλο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Η μεταφορά, όμως, του συνόλου των διμερών ελληνοτουρκικών ζητημάτων στην ΕΕ, και ιδίως αυτών στο Αιγαίο, δεν μπορούσε να οδηγήσει σε επίλυσή τους μέσα από τους κανόνες της ΕΕ. Επί παραδείγματι, η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας ή η αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Αιγαίου δεν σχετίζονταν με κάποιες ευρωπαϊκές σταθερές.

Το παράδειγμα Ολλανδίας και Βελγίου

Είναι ενδεικτικό το θέμα της οριοθετήσεως της υφαλοκρηπίδας μεταξύ Ολλανδίας και Βελγίου. Οι δύο χώρες αποτελούν την καρδιά της ΕΕ κι έχουν εξαιρετικές σχέσεις. Χρόνια πριν τη συνθήκη ΣΕΓΚΕΝ είχαν προχωρήσει σε κατάργηση συνοριακών ελέγχων, ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων και αγαθών κλπ.

Παρά το εξαιρετικό επίπεδο των σχέσεων, οριοθέτησαν τη μεταξύ τους υφαλοκρηπίδα μόλις το 1996. Επίσης, το 2012 η Γαλλία δεν δίστασε να διεκδικήσει ως ΑΟΖ μία μεγάλη θαλάσσια περιοχή στη Μεσόγειο, που η Ισπανία είχε θεσπίσει ως “Ζώνη Προστασίας της Αλιείας”. Επομένως, η ΕΕ δεν μπορούσε να παρέμβει ως προς την ουσία των διαφορών

Μπορούσε να παρέμβει μόνον ως προς την υποχρέωση επιλύσεως των προβλημάτων πριν την ένταξη της Τουρκίας ή του τρόπου που ήταν δυνατόν να επιλυθούν αυτά τα θέματα, με τη θέσπιση κάποιων διαδικασιών, που δεν ήταν απαραίτητο ότι θα είχαν ως μονόδρομο τη δικαστική οδό.

Το “θηρίο” θα δεχόταν να “εξημερωθεί”;

Η νέα στρατηγική είχε ως προαπαιτούμενο της ότι η Τουρκία θα δεχόταν να “εξημερωθεί¨”. Να ακυρώσει δηλαδή τις επεκτακτικές της διεκδικήσεις προκειμένου να ενταχθεί στην ΕΕ. Όταν ξεκίνησε αυτή η στρατηγική, η στάση που θα επεδείκνυε η Τουρκία δεν μπορούσε να προβλεφθεί (αν και η πολιτική διαμάχη στο εσωτερικό της χώρας έστελνε σαφείς οιωνούς). Στην πορεία όμως κατέστη σαφής.

Η Τουρκία δεν έδειχνε διατεθειμένη να αλλάξει τη στάση της έναντι της Ελλάδος, είτε λόγω μίας λανθάνουσας αυτοκρατορικής/οθωμανικής αντιλήψεως, είτε λόγω στρατηγικής θέσεως. Αντιθέτως, επεδίωκε να γίνει αποδεκτή στην ΕΕ με αναπεπταμένο το σύνολο των διεκδικήσεων της.

Την αντίληψη αυτή μοιράζονταν και οι κεμαλικοί και οι ισλαμιστές. Παρ’ όλα αυτά, η ελληνική πλευρά συνέχισε να εργάζεται προς την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας κινούμενη στη λογική: «Ναι, αλλά εάν γινόταν, δεν θα ήταν υπέροχο;». Αυτό ήταν το σημαντικότερο πρόβλημα της νέας στρατηγικής.

Το “Ελσίνκι” χρειαζόταν φιλοευρωπαϊκή πτέρυγα στην Τουρκία

Ένα άλλο πρόβλημα ήταν σε ποια ακριβώς πτέρυγα της τουρκικής κοινωνίας η πρόσκληση για ένταξη αποτελούσε ταυτοχρόνως και πρόκληση για αλλαγή των στρατηγικών προτεραιοτήτων έναντι της Ελλάδος. Η τουρκική κοινωνία ήταν διαιρεμένη σε δύο μεγάλες ομάδες. Στη μία πλευρά ήσαν οι κεμαλικοί. Αυτοί αποτελούνταν κυρίως από το στρατιωτικο-διπλωματικό κατεστημένο που τόσα χρόνια είχε υποθάλψει και στηρίξει την αντιπαλότητα με την Ελλάδα.

Μέσα σε αυτή την ομάδα υπήρχε εντελώς μειοψηφικό το ρεύμα των φιλοευρωπαϊστών. Αυτοί συντάσσονταν με τους κεμαλικούς φοβισμένοι από την άνοδο του ισλαμισμού. Το στρατιωτικο-διπλωματικό κατεστημένο επεδίωκε την αποδοχή της υποψηφιότητας της Τουρκίας στην ΕΕ, θεωρώντας ότι θα προσέφερε διέξοδο στα ιδεολογικά αδιέξοδα του κεμαλισμού. Η εικόνα και η προοπτική της Ευρώπης αποτελούσε, θεωρητικώς, ιδεολογική απάντηση στον ισλαμισμό.

Η Ευρώπη χρειαζόταν ως αόριστο όραμα που μπορούσε να κινητοποιήσει τις μάζες (κάτι σαν τα καλά του εξηλεκτρισμού της χώρας, δηλαδή), όχι ως συγκεκριμένη διαδικασία που θα οδηγούσε στον εκδημοκρατισμό της χώρας. Επομένως, το τμήμα της κοινωνίας που ήθελε την ΕΕ δεν ήταν διατεθειμένο να αλλάξει. Στην άλλη πλευρά ήσαν οι ισλαμιστές. Το ισλαμικό κίνημα υπό τον Ερντογάν αυτό έβλεπε την ΕΕ ως ελπίδα να επιτραπεί η άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων στην Τουρκία και να πάψουν οι διώξεις κατά των ισλαμιστών.

Υπήρχε δηλαδή το οξύμωρο, εκείνοι που θεωρητικώς ήσαν οι εχθροί της Δύσεως και της χριστιανικής Ευρώπης να ήσαν εκείνοι που ήθελαν την ΕΕ περισσότερο. Τελικώς, προς άλλο τμήμα της κοινωνίας απευθύνθηκε το άνοιγμα προς την ΕΕ (φιλοευρωπαίοι οπαδοί του κοσμικού κράτους) και άλλοι το εκμεταλλεύθηκαν (οι ισλαμιστές).