Συνεκμετάλλευση: τα δικά τους δικά τους, τα δικά μας μισακά

Το 1974-75 η Άγκυρα διαπίστωσε ότι οι διεκδικήσεις της έναντι της Ελλάδος δεν είχαν ισχυρή βάση στο διεθνές δίκαιο. Έκτοτε με συστηματικό τρόπο κινήθηκε σε δύο άξονες. Αρχικά επιχείρησε να εμποδίσει την Αθήνα να ασκήσει τα δικαιώματα που της παρείχε το διεθνές δίκαιο. Εδώ εντάσσεται και η απειλή ότι η αύξηση των ελληνικών χωρικών υδάτων συνιστά casus belli. Παγώνοντας το υφιστάμενο νομικό καθεστώς, διατηρεί ισχυρή την πιθανότητα να διεκδικήσει αυτά που θέλει στο μέλλον υπό όρους που δεν θα καθορίζονταν από το διεθνές δίκαιο αλλά από την ισχύ της.

Στη συνέχεια επιχείρησε να εμφανισθεί ότι δρα νομιμοποιημένα. Η εμμονή στη διαφορά μεταξύ 6 μιλίων χωρικών υδάτων και 10 μιλίων εθνικού εναερίου χώρου, οι διαρκείς αναφορές σε (παρωχημένες) συνθήκες που αποστρατιωτικοποιούσαν εν όλω ή εν μέρει κάποια νησιά του Αιγαίου, οι περίφημες «γκρίζες ζώνες» κυριαρχίας μετά τα Ίμια, εντάσσονται στη λογική πως η Τουρκία δεν δρα εκτός πλαισίου του διεθνούς δικαίου.

Σε αυτή τη λογική εντάσσεται και η οριοθέτηση της θαλάσσιας περιοχής νοτίως της Κρήτης με τη Λιβύη. Είναι η πρώτη φορά που η Τουρκία δεν προσπαθεί να ερμηνεύσει κάτι υφιστάμενο, αλλά δημιουργεί ένα νέο καθεστώς. Μπορεί να είναι εντελώς παράνομο αλλά η Τουρκία θα το κάνει σημαία της ως τμήμα της δικής της «νομιμότητας».

Σε αυτόν τον δεύτερο άξονα εντάσσεται και η ιδέα περί συνεκμεταλλεύσεως που ανάγεται στο 1975. Τότε η Άγκυρα πρότεινε κοινή εκμετάλλευση όλης της αιγαιακής υφαλοκρηπίδας. Κάθε χώρα θα εκμεταλλευόταν κατ’ αποκλειστικότητα τις πλουτοπαραγωγικές της πηγές μόνον εντός των χωρικών της υδάτων, δηλαδή εντός έξι μιλίων από τις ακτές της. Αυτό κάλυπτε το ήμισυ του Αιγαίου. Το υπόλοιπο ήμισυ, που είναι ανοιχτή θάλασσα, θα αποτελούσε ζώνη κοινής εκμεταλλεύσεως ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία.

Η Ελλάδα απορρίπτει την τουρκική πρόταση

Τα ωφελήματα από την εκμετάλλευση αυτής της ζώνης θα διανέμονταν εξ ίσου ανάμεσα στα δύο κράτη, ή σε ποσοστά προσυμφωνημένα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ενώ η Τουρκία δικαιούται ένα περιορισμένο τμήμα υφαλοκρηπίδας κατά μήκος των τουρκικών παραλίων στο Αιγαίο, δια της συνεκμεταλλεύσεως ευελπιστούσε ότι θα αποκτήσει ένα σημαντικό ποσοστό. Επιπλέον, θα είχε δικαιώματα σε οποιοδήποτε κοίτασμα υδρογονανθράκων βρισκόταν πέραν των χωρικών υδάτων ακόμη και αυτά στον Θερμαϊκό Κόλπο ή ανάμεσα στην Πελοπόννησο και την Κρήτη.

Η Ελλάδα απέρριψε αμέσως την τουρκική πρόταση. Η ελληνική θέση διατυπώθηκε επισήμως στη Βουλή στις 21 Σεπτεμβρίου 1976 από την τότε ελληνική κυβέρνηση. Βασίζεται στις εξής τρεις προϋποθέσεις:

  • Οι δύο χώρες θα οριοθετούσαν την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου.
  • Μετά την οριοθέτηση θα μπορούσε να δημιουργηθεί περιορισμένη ζώνη κοινής εκμεταλλεύσεως,  μόνον εκατέρωθεν του ορίου των δύο υφαλοκρηπίδων που θα περιελάμβανε τμήματα υφαλοκρηπίδας και από τις δύο χώρες.
  • Οι πλουτοπαραγωγικές πηγές που θα ανακαλύπτονταν σε αυτή τη ζώνη, θα ήσαν εκ των προτέρων μοιρασμένες βάσει συγκεκριμένων ποσοστών.

Έκτοτε αυτές οι προϋποθέσεις παραμένουν η βάση των ελληνικών θέσεων. Επιπλέον έχουν επιβεβαιωθεί και από τη σχετική διεθνή πρακτική. Πρώτα χαράσσεται το όριο της υφαλοκρηπίδας (ή της ΑΟΖ). Εάν βρεθούν κοιτάσματα που βρίσκονται πάνω στο όριο, μία από τις λύσεις που ακολουθούνται είναι η συνεκμετάλλευση. Τα παραδείγματα είναι πολλά: Αυστραλία-Ανατολικό Τιμόρ, Ιράν-Κουβέιτ και στην περιοχή μας Κύπρος-Αίγυπτος.

Έλληνες οπαδοί της συνεκμετάλλευσης

Ειδικώς στην τελευταία περίπτωση οι δύο χώρες υπέγραψαν το 2014 συμφωνία για συνεκμετάλλευση κοιτασμάτων που εκτείνονται εκατέρωθεν της οριοθετικής γραμμής των ΑΟΖ. Η Τουρκία δεν πτοήθηκε από την ελληνική άρνηση. Αντιθέτως το 2013 ο Ερντογάν επανέφερε το θέμα επεκτείνοντας την ιδέα για συνεκμετάλλευση και στην ανατολική Μεσόγειο.

Δυστυχώς, στις τουρκικές προτάσεις φάνηκαν να ανταποκρίνονται (πρώην) Έλληνες υπουργοί Εξωτερικών. Ακούσαμε ότι δεν μπορούμε να είμαστε «μοναχοφάηδες», ενώ ανακαλύψαμε ότι δεν θα αποκλείσουμε «από αυτή την περιοχή την Τουρκία, η οποία έχει τόσα χιλιόμετρα ακτή στη Μεσόγειο». Το θέμα επανήλθε στη δημοσιότητα μετά από συνέντευξη του αναπληρωτή Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας Θάνου Ντόκου.

Εν αντιθέσει προς την ευρέως διακινούμενη άποψη περί εξόχως προβληματικής δηλώσεως, θεωρώ ότι ο Ντόκος επανέφερε το θέμα της συνεκμεταλλεύσεως στην αρχική του κοίτη. Η Τουρκία ισχυρίζεται πως, εάν υπάρχει συνεκμετάλλευση, περιττεύει η οριοθέτηση. Αντιθέτως, ο Ντόκος μιλά ρητώς πρώτα για οριοθέτηση. Η συνεκμετάλλευση στην οποία αναφέρεται, αφορά κατά προφανή τρόπο τυχόν κοινά κοιτάσματα εκατέρωθεν της οριοθετικής γραμμής.

Κλείνοντας πρέπει να επισημανθεί ότι από το τελευταίο έγγραφο της Τουρκίας στον ΟΗΕ στις 13 Νοεμβρίου 2019 καθίσταται σαφές ότι η Άγκυρα δεν συζητά για συνεκμετάλλευση της υφαλοκρηπίδας της Ανατολίας ή έστω του Καστελλόριζου. Θεωρεί τις συγκεκριμένες περιοχές ως δικές της. Ζητά συνεκμετάλλευση για τις περιοχές νοτίως της Κύπρου ή της Κρήτης. Αυτά αρμόζουν σε χώρες μειωμένης κυριαρχίας.